Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Η γραμματική της ειρωνείας

Από το αφιέρωμα του περιοδικού "Σίσυφος" στον Βασίλη Καραγιάννη
Ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων

Χ. Μούκα 1. Μπαίνοντας μέσα αντικρίζεις μια συμπαθητική αταξία. Παντού βιβλία. Ξεχειλίζουν τους τοίχους, στο γραφείο ακόμα και στο πάτωμα, σε οργανωμένες στοίβες ή  πεταμένα χύδην. Ό,τι περισσεύει από χώρο καλύπτεται με πίνακες, φωτογραφίες και ζωγραφισμένες πέτρες. Δεν υπάρχει ούτε ένα εκατοστό ελεύθερου χώρου.  Στέκεται οχυρωμένος πίσω από τα βιβλία, ελεύθερος πολιορκημένος σε ένα χάρτινο χαράκωμα, σε έναν καθημερινό πόλεμο απέναντι στην άγνοια. Ένας  ακούραστος χαρτοποιμένας και βιβλιοασπάλαξ  που κυβερνάει μια τεράστια  βιβλιοθήκη στην οποία μπορείς να βρεις οτιδήποτε κυκλοφόρησε τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Το γραφείο αυτό υπήρξε για τριάντα χρόνια το εντευκτήριο των ανθρώπων των γραμμάτων, της πολιτισμένης -όπως πάντα του αρέσει να τονίζει- αριστεράς και των αριστερών. Όχι σαν τα σημερινά σκύβαλα που δηλώνουν έτσι και  διακρίνονται πανελληνίως για ανοησία τους, αλλά εκείνων με τα τρύπια παπούτσια που έκαναν τη θητεία τους στις φυλακές και τις εξορίες και ένας ένας πήγαιναν εκεί για να του εμπιστευτούν ό,τι πολυτιμότερο είχαν στο τέλος του βίου τους: ένα πακέτο χαρτιά, κακογραμμένα και ανορθόγραφα, με την ιστορία της ζωής τους.

Βιολέτες για μια εποχή

Στο γραφείο αυτό ξεκίνησε και η «Παρέμβαση». Μια ωραία πνευματική διαδρομή τριάντα χρόνων που άφησε έντονα το στίγμα της στα γράμματα και τον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Κάπου εκεί θυμάμαι κι εγώ τα ωραία χρόνια της «Παρέμβασης», την περίοδο της μανιφατούρας, ανάμεσα σε σουβλάκια και μπίρες, με το ραδιόφωνο να παίζει Καζαντζίδη και τρίτο πρόγραμμα και εμείς έμπλεοι από ζωτικές αυταπάτες –«μικροδιεκπεραιωτές του ανέφικτου»-  για να σώσουμε τον κόσμο πολιτιστικά και πολιτικά, σε μιαν ανέμελη εποχή της μπελ εποκ, όταν ο κόσμος έκανε χρήματα, αγωνιούσε για τα χρηματιστήρια κι  εμείς - όπως πάντα-  ασχολούμασταν με έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ανατρέχοντας μια δεύτερη φορά σε εκείνον τον καιρό ένα ίζημα νοσταλγίας μένει στα χέρια και σε αποζημιώνει γενναιόδωρα ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Η επαγγελία της αδύνατης μεταρρύθμισης

Πίνακας Κώστας Ντιος
Σημειώσεις για την καχεξία του πολιτικού λόγου
την εποχή της κρίσης - Μέρος 2ο
 
Του Μάκη Καραγιάννη

Η Πολιτική Επιθεώρηση μετά από πέντε χρόνια και τρεις μήνες καθημερινής παρουσίας, 61o1 κείμενα και 1.206.169 προβολές σελίδων, έφτασε στο τέλος της. Όταν ξεκινούσε, μαζί με την κρίση, το καλοκαίρι του 2010 φιλοδοξούσε «να αναδείξει την κριτική σκέψη και τις ιδέες της ανανεωτικής δημοκρατικής αριστεράς, μέσα σε έναν κοινωνικό τοπίο στο οποίο κυριαρχoύσε ο θόρυβος των πληροφοριών και ο λαϊκισμός». Στα πέντε αυτά χρόνια όπου επικράτησε η πολεμική ρητορική περί χούντας και η συνωμοσιολογία, όπου οι λέξεις ιπτάμενα στιλέτα - «εθελόδουλοι», «δοσίλογοι», προδότες», "γερμανοτσολιάδες" - στόχευαν κάθε διαφορετική άποψη η Πολιτική Επιθεώρηση προσπάθησε να είναι μια νησίδα νηφάλιας σκέψης.
Από την θέση αυτή θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους συνεργάτες της Πολιτικής Επιθεώρησης, όλους όσους της εμπιστεύθηκαν τα κείμενά τους, πολλές φορές ακόμη και επιστημονικά, όπως ο κ. Α. Μανιτάκης, αλλά και όσους -χωρίς την άδειά τους- αναδημοσίευσα κείμενα τους από τον τύπο. Είναι φανερό ότι το έκανα γιατί με εξέφραζαν πολιτικά, αλλά πολλές φορές με γοήτευσαν και θα ήθελα να τα έχω γράψει ο ίδιος. Παραφράζοντας τον Σεφέρη θα έλεγα ότι η πολιτική τα χρόνια της κρίσης, για όσους ήταν από την πλευρά της λογικής, ήταν μια πράξη απέραντης αλληλεγγύης.
Στα πέντε αυτά χρόνια η Ελλάδα ξυπνούσε με τα εμβατήρια του Τράγκα. Μεσουρανούσαν οι δωρεάν διαγραφές χρέους, τα παραμύθια του Σώρα και οι κραυγές του εθνολαϊκισμού για κρεμάλες στο Σύνταγμα. Προσπαθούσε μάταια να καταπολεμήσει την κρίση, αναπαράγοντας τον λόγο της χρεοκοπίας του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ένα ολόκληρο σύστημα οργάνωσης και πολιτικής στην οποία στηρίχτηκε η μεταπολίτευση. Διότι δεν επρόκειτο μόνον για οικονομική χρεοκοπία, αλλά για τη χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων. 
Είναι πάντως λυπηρό, και ενδεικτικό για το επίπεδο της κοινωνίας μας, ότι για το μείζον πρόβλημα που δίχασε βαθιά την ελληνική ψυχή πέντε χρόνια τώρα, δεν έγινε ούτε ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές και τους αντιμνημονιακούς, όπως έγινε το 1938 ανάμεσα στον Σεφέρη και τον Τσάτσο για την αντίληψη περί «ελληνικότητας». Δεν υπήρξε καν μια απλή αντιπαράθεση στον τύπο. Μόνον τόνοι μελάνης με ύβρεις, μονόπλευρες καταγγελίες και άπειρα χτυπήματα στα πλήκτρα, γεμίζοντας με τοξικό μίσος ολόκληρο το ίντερνετ και τον αέρα που αναπνέαμε.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Οι Έλληνες ριζοσπάστες και τα μαθηματικά χειρόγραφα του Καρλ Μαρξ.

Πίνακας Κώστας Ντιος

Σημειώσεις για την  καχεξία του πολιτικού λόγου
 την εποχή της κρίσης- Μέρος 1ο
Του Μάκη Καραγιάννη
Τώρα που η καμπύλη  φαινόμενου ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε το μέγιστο σημείο της τροχιάς της, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις για τη ρητορική του δημόσιου λόγου που άρθρωσε. Η απουσία μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, που θα παρείχε μια αξιόπιστη ερμηνεία της ελληνικής πραγματικότητας, η υποτίμηση των ελληνικών παραμέτρων της κρίσης, η στοιχειώδης άγνοια της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών και της οικονομίας, οδήγησε στην  εντυπωσιακή στροφή μετά το δημοψήφισμα και την εκκωφαντική πτώση πάνω στον τοίχο της πραγματικότητας.
 Ποια ήταν η ανάλυση του για τη μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, στο επίκεντρο της οποίας ήταν η χώρα μας; Όταν ο Καρλ Μαρξ προσπαθούσε να μελετήσει το κεφάλαιο και  τις αγορές με επιστημονικά μέσα, για να αναλύσει τις κρίσεις της εποχής του και να διατυπώσει τους νόμους της πτώσης του ποσοστού κέρδους, εδώ αντιμετωπίζαμε την κρίση με τη μεγαλοφυή σκέψη του Φλαμπουράρη ότι «θα τους πληρώσουμε με αέρα». Όποιος διαβάσει τα «Μαθηματικά χειρόγραφα» του Καρλ Μαρξ θα εκπλαγεί. Είχε πλήρη γνώση του διαφορικού λογισμού που διδάσκεται στο πανεπιστήμιο και προσπαθούσε να τον χρησιμοποιήσει στην πολιτική οικονομία για να εκφράσει με μαθηματικό τρόπο τους νόμους για τις κρίσεις, γιατί ήταν σημαντικό γι’ αυτόν «να πετάξει το πέπλο της ασάφειας στην επιστήμη».
Κι ενώ όλη Ελλάδα κρατούσε την αναπνοή της για την έκβαση του δημοψηφίσματος και τις τρομερές συνέπειες του, ο Λαφαζάνης, αρνούνταν να μας αποκαλύψει το μυστικό σχέδιο της κυβέρνησης για όλο το χρυσάφι του κόσμου. Φευ! Τι κρίμα! Κι όταν στις εκλογές άνοιξε το στόμα του, τι μας είπε; «η μετάβαση από το ευρώ σε εθνικό νόμισμα δεν είναι τίποτα το παράξενο ή περίεργο το οποίο απαιτεί ειδική μελέτη». Εξ άλλου είπαμε να κάνουμε ένα πείραμα. Από τον Μαρξ μέχρι τον Λαφαζάνη και τον Φλαμπουράρη η σκέψη διαγράφει μια τροχιά πυροτεχνήματος  από τα μαθηματικά στην αμπελοφιλοσοφία. Έχουν σημασία άραγε  οι αριθμοί και οι μελέτες; Κι όμως η ακροτελεύτια πρόταση από τις 732 σελίδες του βιβλίου του  Τομά Πικετί «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» είναι η εξής: «Η άρνηση να μετράμε σπάνια λειτουργεί προς όφελος των πιο φτωχών».
 Ο ΣΥΡΙΖΑ αντί  για μια ουσιαστική ανάλυση της κρίσης και τη διατύπωση ενός ορθολογικού σχεδίου για την έξοδο, προτίμησε μόνο την καταγγελία, την αντιμνημονιακή ρητορική και την εισαγωγή εξ εσπερίας έτοιμων αντιλήψεων περί νεοφιλελευθερισμού, σε μια Ελλάδα που αγκομαχούσε και πέθαινε από την υπερβολική δόση κρατισμού.  Στη θέση της απόδειξης, η ηθική επίκληση. Στη θέση του συγκεκριμένου, η αοριστολογία. Στη θέση της αυτεπίγνωσης και της δύσκολης αλήθειας, οι βολικές ψευδαισθήσεις και τα τρυφερά ψέματα που λέμε στο εαυτό μας. 

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μυθιστορήματα τούβλα εναντίον μικρής φόρμας


The Books' Journal τχ. 57

«Πολύ λίγα βιβλία αξίζουν τον κόπο να είναι τόσο μεγάλα. Οι Αμερικανοί ειδικά λατρεύουν τα μεγάλα βιβλία. Νομίζω ότι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ένα σπουδαίο αμερικανικό μυθιστόρημα πρέπει να μοιάζει με τούβλο» είπε σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο του BBC ο Ίαν Μακ Γιούαν.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι τάσεις της αγοράς επιβάλλουν ογκώδη μυθιστορήματα. Τα ερωτήματα, όμως, που ανακύπτουν σχετικά είναι πολλά. Είναι απόλυτα αναγκαίες οι 1161 σελίδες στο «2666» του Μπολάνιο; Οι 1002  σελίδες στο «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Πίντσον; Ο όγκος αυτός υπαγορεύεται από την εσωτερική οικονομία του έργου ή από την ακκιζόμενη ματαιοδοξία του συγγραφέα, καθώς αντικρίζει τον θηριώδη αριθμό της ακροτελεύτιας σελίδας;  Μπορεί ένας συγγραφέας να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε 1000 σελίδες; Ασφαλώς, αν είναι ο Ντοστογιέφσκι ή ο Τολστόι. Πόσες όμως λογοτεχνικές ιδιοφυίες  αυτού του διαμετρήματος κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά; Είναι ακόμη και οι εγνωσμένης αξίας συγγραφείς αδιάβροχοι από τις τάσεις της αγοράς ή από τη δική τους μεγαλομανία;

Για το αναγνωστικό κοινό οι προθέσεις τους και  η συγγραφική κουζίνα είναι τυλιγμένα στην αχλύ ενός μύθου. Μια θρησκευτική αποστολή κατά την οποία ο ασκητής συγγραφέας είναι αφοσιωμένος στο έργο του αντιμέτωπος με τις ωδίνες της γραφής. Σ’ αυτό το σημείο όμως υπεισέρχονται τα διαφορετικά συγγραφικά σχέδια και οι διαφορετικές τεχνικές. Από τη μια οι μινιμαλιστές, οι  στυλίστες, με πατριάρχη τον Φλωμπέρ. Ο δύσκολος τοκετός. Η αναζήτηση της ακρίβειας, της μοναδικής σωστής λέξης –le mot juste-, που αγγίζει  τα όρια του μυστικισμού.  Γράφοντας ξανά και ξανά την ίδια σκηνή. «Αυτή η σκηνή του πανδοχείου θα μου πιάσει ίσως τρεις μήνες».


Από την άλλη τα μεγαλεπήβολα σχέδια με εμβληματική φυσιογνωμία τον Μπαλζάκ. Η συγγραφική ευκολία και  ο μεγάλος διασκελισμός. Ήταν ο εφιάλτης των τυπογράφων με τις συνεχείς αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Και μόνον η σύλληψη της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» προκαλεί ίλιγγο. Η φιλοδοξία να περιγράψει εξαντλητικά όλη την κοινωνία της εποχής του. 91 μυθιστορήματα,  30 νουβέλες, 2500 ήρωες σε 25 χρόνια.

«Τι συγγραφέας θα ήταν ο Μπαλζάκ  αν ήξερε να γράφει!» δήλωνε ο Φλωμπέρ.  Η πρώτη σκέψη μάς οδηγεί να αποδώσουμε τη ρήση του στη ζήλια. Μήπως είναι άδικη; Αν τους συγκρίνεις καταλαβαίνεις πώς ένιωθε. Η διαφορετική συγγραφική ιδιοσυγκρασία  εξηγεί την προκατάληψη. Η ακριβής λέξη, απέναντι στη βιομηχανία της γραφής. Ο ερημίτης των γραμμάτων που δεν ήθελε να βγάλει ούτε μια φωτογραφία, που αρνούνταν στους ζωγράφους να του κάνουν το πορτρέτο, απέναντι στον άνθρωπο πού ήθελε να κατακτήσει την Ευρώπη και τον κόσμο με την πένα, όπως έκανε ο Ναπολέοντας με το σπαθί του.

Και τότε, όμως, η  εμπορικότητα και η κοινωνική ζήτηση διαμόρφωναν –όπως σήμερα με τα μυθιστορήματα τούβλα- την αισθητική. Ο Μπαλζάκ ακολουθούσε και δημιουργούσε τους κανόνες της εποχής.  «Η Γεροντοκόρη» (1836) ήταν το πρώτο γαλλικό μυθιστόρημα που δημοσιεύεται σε συνέχειες.  Η λογοτεχνία σε αυτή τη μορφή υπαγορευόταν από την ανάγκη των εφημερίδων να αυξήσουν με έναν «κράχτη» τις πωλήσεις και απαιτούσε δράση, περιγραφές, καθαρά συναισθήματα. Αλλά ακόμη και οι «Χωρικοί» του κάποια στιγμή θα απορριφθούν από τον εκδότη της εφημερίδας και θα αντικατασταθούν από τη «Βασίλισσα Μαργκό» του Αλέξανδρου Δουμά. Το σύστημα –όπως πάντα-  πριμοδοτεί όποιον ακολουθεί πιστά τους κανόνες και κολακεύει το μεγάλο κοινό.

Ευτυχώς η λογοτεχνία γράφεται με πολλούς τρόπους και ο κάθε συγγραφέας επιβάλλεται ως σύνολο. Κάποιοι ακολουθούν το μονοπάτι του Φλωμπέρ, άλλοι τον δρόμο του Μπαλζάκ. Ωστόσο, κάτι μου λέει πίσω από τα περισσότερα  ογκώδη μυθιστορήματα  κάνει σινιάλο η υστεροφημία. Η αγωνία του συγγραφέα να χαράξει εφάπαξ και ακλόνητα το όνομά του στο λογοτεχνικό κανόνα. Κρύβεται η ίδια ματαιοδοξία του Μπαλζάκ, χωρίς όμως το ταλέντο που τον έκανε κλασικό.  

 «Προσωπικά μου αρέσει η ιδέα ότι μπορείς να πάρεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και να το διαβάσεις μονομιάς ή μέσα σε τρεις ώρες, σαν να παρακολουθείς μια ταινία, μια όπερα ή ένα μεγάλο θεατρικό έργο» κλείνει το συλλογισμό του ο Ίαν Μακ Γιούαν. (ΝΕΑ 7.2.15)

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Θεσσαλονίκη: Η αόρατη πόλη

Από το αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη που πραγματοποίησε το περιοδικό (δε)κατα
«Οι νεκροί αυτής της πόλης γνωρίζουν πολλά. Αλλά είναι σιωπηλοί. Γι’ αυτό οι ζωντανοί είναι τόσο προκλητικοί στις ρητορείες τους. Μια αόρατη πόλη µε το ίδιο όνοµα και άλλους θεούς υπάρχει κάτω απ’ τα χώµατα» 1.

Η Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι μια προ­νο­μιού­χος πόλη. Οι λογοτέχνες της δόθηκαν ερωτικά.  Ιχνηλάτησαν τα βήματα της Ιστορίας της, αναζήτησαν το μυστικό νόημα κάτω από το όνομά της, ζωγράφισαν με εντυπωσιακές λέξεις το πρόσωπό της, έχτισαν με χιλιάδες σελίδες τη μυθολογία της.  Η «συμβασιλεύουσα», η «συμπρωτεύουσα», η «πολυδέγμων» Θεσσαλονίκη με τη θαμπή γοητεία απόκτησε πάλι  τη βυζαντινή της λάμψη,  αντιπαραβλήθηκε περήφανα με την παλιολλαδίτικη  Αθήνα. Η πόλη εγγράφεται στα κείμενα με μια σωματική αγωνία, αποκτά τη συλλογική της ταυτότητα συνομιλώντας με την Ιστορία. Πόσο αθώα, όμως, είναι η συγγραφική διαμεσολάβηση για να μετασχηματιστεί σε πόλη της λογοτεχνίας;

«Ακόμα κι αν δεν είχε προηγηθεί ο “Οδυσσέας” του Τζόυς, ποιος Σαλονικιός συγγραφέας θα σκεφτόταν ή και θα τολμούσε  να χρησιμοποιήσει ένα Εβραίο ως πρωταγωνιστή ενός αφηγήματός του;»2 αναρωτιόταν το 1996 ο Peter Mackridge. Το ερώτημά του θέτει ευθέως την αποσιώπηση της «Άλλης» Θεσσαλονίκης από τους λογοτέχνες.

ioannouΠρέπει να αναγνωρίσουμε  γενναιόδωρα ότι   ο Γιώργος Ιωάννου με «Το κρεβάτι», «Το ξεκλήρισμα των Εβραίων» και το «Εν ταις ημέραις εκείναις…» μας έδωσε, ίσως, τα καλύτερα και γνησιότερα πεζογραφήματα για τους Εβραίους, έντονα βιωματικά και συναισθηματικά φορτισμένα.  Αλλά και ο Βασίλης Βασιλικός, ο Νίκος Μπακόλας, ο Νίκος Κοκάντζης, η Νίνα Κοκκαλίδου - Ναχμία, ο Αλμπέρτος Ναρ συμπεριέλαβαν στη μυθοπλασία τους θέματα σχετικά με τη γενοκτονία των Εβραίων. Υπάρχουν, επίσης, τα δεκαπέντε ποιήματα που περιέλαβε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στην ανθολογία του «Οι προγραμματισμένοι στο χαμό» ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν της Ζωής Καρέλλη και του Γιώργου Ιωάννου. Είναι αρκετά; «Είναι αστείο πράγμα για μια πόλη, τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων, να έχουν γραφεί δέκα υποφερτά ποιήματα και άλλα τόσα πεζά», μου απάντησε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στη συνέντευξη που του πήρα. (Αυγή 01.01.2005).

Η πρόσληψη της γενοκτονίας των Εβραίων ως περιθωριακό γεγονός δεν σχετίζεται μόνον με τη λογοτεχνία, αλλά είναι μια γενικότερη στάση3. Αφορά  τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, εκτός από το Ισραηλιτικό Βήμα, αλλά και τα δυο λογοτεχνικά περιοδικά εκείνης της εποχής τις «Μορφές» και τον «Κοχλία», με εξαίρεση τα πεζογραφήματα του Γιώργου Κιτσόπουλου, του Κάρολου Τσίζεκ και του Βασίλη Δεδούση.

Στις «Σελίδες αυτοβιογραφίας» ο Γιώργος Βαφόπουλος  αφηγείται όσα έζησε σε ένα   ταξίδι Θεσσαλονίκη – Αθήνα στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, όταν το τραίνο σταμάτησε στη Λαμία και είδε τα «τάγματα εργασίας» των Εβραίων. Περιγράφει όσα αντίκρισε ως δαντική κόλαση.  Σκελετωμένα σώματα, ζωντανά ξεφτίδια, πληγωμένα ζώα κάτω από το γερμανικό μαστίγιο. «Είχα κουρνιάσει σε μια γωνιά του βαγονιού, με κλεισμένα τα μάτια από ντροπή και οδύνη. Ένιωθα πώς ήμουν κι εγώ ένας συνένοχος στο μεγάλο εκείνο έγκλημα, γιατί δεν είχα τη δύναμη να φωνάξω για το σκότωμα τούτο της ανθρωπιάς» 4.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία

Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση την οποία διοργάνωσε η  «Τέχνη - Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, με θέμα «Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία» στις 06 Μαΐου 2014
Πώς αντιμετωπίζει ο μυθιστοριογράφος μια μεγάλη κρίση του καιρού του; Το ερώτημα τον τοποθετεί αργά ή γρήγορα μπροστά σε μια οφειλόμενη απάντηση. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στην πεζογραφία ολοένα και περισσότερα μυθιστορήματα τα οποία αμέσως ή εμμέσως αναφέρονται στην κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη, ο  Βαγγέλης Χατζηβασιλείου από το Σεπτέμβρη του 2010 επεσήμανε μια αλλαγή του τοπίου και στην λογοτεχνία. Την υποχώρηση του ατομικού και την εμφάνιση μυθιστορημάτων με έντονη πολιτική και κοινωνική χροιά.  Μετά από τέσσερα χρόνια μπορούμε νομίζω να πούμε ότι η εξέλιξη της πεζογραφικής παραγωγής επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτής της παρατήρησης. Προσωπικά θεωρώ -όπως είχα αναφέρει και στο σχετικό  αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω πριν από δυο χρόνια-  ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη καμπή, σε μια στροφή της ελληνικής λογοτεχνίας. Μπροστά στο τέλος μιας περιόδου που ξεκίνησε περίπου το 1980 και τελειώνει στις μέρες μας. Με κύρια χαρακτηριστικά την εγκατάλειψη της πολιτικής, των ιδεολογιών και των  εθνικών μύθων, τη στροφή στην ατομικότητα και τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Αυτό δηλ. που πιο  εύστοχα στην ποίηση αποκλήθηκε «γενιά του ιδιωτικού οράματος».


Προοδευτικά, αλλά εμφανώς από τη δεκαετία του 80, - και μιλάμε πάντα για την κυρίαρχη εικόνα προφανώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- παρατηρούμε να καταγράφεται μια υποχώρηση της πολιτικής και κοινωνικής διάστασης της μεταπολεμικής μας  λογοτεχνίας.  «Η περιπέτεια του Κιβωτίου» είχε λήξει και με κάποια υπερβολή περάσαμε στην αντίπερα όχθη του ιδιωτικού οράματος και της ατομικής μυθολογίας. Η επιτυχία, το σεξ, η κατανάλωση, το life style, η ελαφρότητα γνωρίσματα αρκετά κοινά μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και  τεχνοκρατικής κοινωνίας, ήρθαν στο προσκήνιο από μια νέα γενιά πεζογράφων με τη μορφή της παρωδίας και του κυνισμού. Από την άποψη αυτή το 1989 –παρά τον κομβικό  χαρακτήρα που του έχει αποδοθεί από αρκετούς κριτικούς στην Ελλάδα-  κατά την άποψή μου διαδραματίζει ψυχολογικό; κυρίως ρόλο, καθώς επικυρώνει τυπικά και ληξιαρχικά αυτό πού ήταν ήδη συντελεσμένο στο πεδίο των ιδεών χωρίς εντυπωσιασμούς και πτώσεις των τειχών. Ταυτόχρονα κατά τη δεκαετία του 80 χάνονται οι βολικές βεβαιότητες και τα ερμηνευτικά σχήματα του παρελθόντος, ενώ οι ποικίλες θεωρίες του τέλους  της μετανεωτερικής σκέψης έρχονται να καλύψουν να καλύψουν την ιστορική αμηχανία.

Όμως το γεγονός ότι χρεοκόπησαν οι μεγάλοι μύθοι της Ιστορίας και της πολιτικής δεν σημαίνει ότι καταργήθηκαν ούτε η Ιστορία ούτε η πολιτική. Κι αν από τη δεκαετία του 80 η ατομικότητα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο -και παρά τις δηλωμένες προθέσεις των συγγραφέων- η Ιστορία υπομειδιά. Η αυταπάτη ότι η λογοτεχνία είναι μια νησίδα ανεπηρέαστη από άλλες πολιτισμικές ή κοινωνικές πρακτικές και το συγγραφικό εγώ παραμένει ερμητικά κλεισμένο στον εαυτό του και  αδιάβροχο από ιδεολογίες και κοινωνικές προκαταλήψεις δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.

Τα κείμενα δεν είναι αθώα ιδεολογικών ή κοινωνικών πεποιθήσεων ακόμα και όταν υπαινίσσονται την άρνηση της πολιτικής, της ιδεολογίας, της ιστορίας. «Το ζήτημα- όπως γράφει το Τέρι Ηγκλετον - δεν είναι να συζητήσουμε αν η “λογοτεχνία” θα έπρεπε να συνδέεται με την “ιστορία” ή όχι· το ζήτημα είναι οι διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας της ιστορίας».

Εκείνο το οποίο, όμως,  σαφώς έχει αλλάξει είναι ο τρόπος πρόσληψης και ανάγνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Ενώ μέχρι τη δεκαετία του 70, παρά τα επιμέρους ρεύματα, έδινε τον τόνο η λογοτεχνία η οποία αναζητούσε μια «ποιητική και πολιτική ηθική» με φόντο τους εθνικούς και ιδεολογικούς μύθους,  την τριακονταετία 1980-2010 δεν εντασσόταν σε κανένα συλλογικό ορίζοντα ή σχέδιο, αλλά φιλτράρονταν μέσα  από τον καθημερινό μικρόκοσμο. Αναζητούσε την αλήθεια υπαρξιακά. Εκεί  που παλιότερα κυριαρχούσε η ιδεολογική ανάγνωση της πραγματικότητας, τώρα προκρίνονταν  η βιωματική.

Ο ποιητής του λαού στο facebook


Εκανα ένα βράδυ μια περιήγηση στις σελίδες των λογοτεχνών κι έπεσα σε περισυλλογή για τα νέα ήθη, που αθόρυβα διαμορφώνουν οι νέες πραγματικότητες του διαδικτύου. Ποιητής κάτω από την ανάρτηση με το ποίημά του είχε 620 like και 340 σχόλια. Δεν άντεξα και μπήκα στον πειρασμό να τα διαβάσω. Απαντούσε στους άπειρους φίλους που εκδήλωναν το θαυμασμό τους με ύφος σεμνό, πίσω από το οποίο διανυκτέρευε ένα νικητήριο χαμόγελο. «Ευχαριστώ, να ’σαι καλά» και πάλι «ευχαριστώ και ανταποδίδω» στον επόμενο. Έσφιγγε ηλεκτρονικά το χέρι, με άπειρη υπομονή, ένα έκαστο εκ των 170 θαυμαστών του με την ίδια αμηχανία που απαντούν οι οικείοι στα μνημόσυνα, τους γάμους και τα βαφτίσια, στους εκατοντάδες μακρινούς συγγενείς και αγνώστους.
Σε λίγο διαπίστωσα ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο αλλά για τον κανόνα. Πεζογράφοι και ποιητές με χιλιάδες φίλους, ξημεροβραδιάζονται μπροστά στους υγρούς κρυστάλλους της οθόνης, θαυμάζοντες και υμνούντες αλλήλοις, ανταλλάσσοντας χαιρετισμούς και  ηλεκτρονικά φιλιά με τους αναγνώστες. Ενημέρωση, ναρκισσισμός ή το άγχος της παρουσίας;  Αλλεπάλληλες αναρτήσεις για να μάθουν όλοι πού είμαστε, τι κάναμε, τι σκεφτόμαστε ανά πάσα στιγμή.  Μια έκρηξη δημοσιότητας. Ο συγγραφέας σε  ζωντανή μετάδοση από το γραφείο, ίσως κι από την  από την κρεβατοκάμαρά του.
Δεν χρειάζονται πια έντυπες εκδόσεις, ούτε κριτικές. Ο ποιητής κι ο πεζογράφος επικοινωνούν κατευθείαν με το κοινό. Πρόσωπο με πρόσωπο. Με εκείνη την αδιαμεσολάβητη επαφή, ώστε ο συγγραφέας να εμβαπτίζεται στα νάματα του απλού κόσμου. Δεν υπάρχουν θεσμοί. Δεν υπάρχουν κριτικοί. Υπάρχει μόνον Λαός.
Τώρα ο  μόχθος που κατέβαλες, τα ξενύχτια που έκανες γράφοντας και σβήνοντας λέξη λέξη δικαιώνονται. Οι σελίδες σου δεν είναι στο έλεος ενός άσπλαχνου Χατζηβασιλείου ή ενός Κούρτοβικ  που τις ισοπεδώνουν σε μια και μόνον πρόταση. Ή ακόμη χειρότερα: που αδιαφορούν παντελώς λες και δεν υπάρχουν. Η ετυμηγορία του απλού αναγνώστη, η τρυφερή του φιλική κουβέντα και το like θα επικυρώσουν θριαμβευτικά την καλλιτεχνική σου ύπαρξη κι άσε τους κριτικούς στην κακία τους. Εμείς φιλοτεχνούμε το Πάνθεο της αιωνιότητας με τα αμέτρητα like. Ο δρόμος για την αθανασία είναι πια ηλεκτρονικός.  Στον Σεφέρη αρκούσαν οι διακόσιοι αναγνώστες της Στροφής. Απόψε δεν σου αρκούν ούτε οι τρεις χιλιάδες φίλοι που έχεις. Θέλεις κι άλλους!
Ποιητή, για λίγο πάψε
να χτυπάς ολημερίς

Χαρτογραφώντας τη θάλασσα της εικονικής πραγματικότητας

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ, Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήτταςεκδόσεις Κουκούτσι, σελ. 131,
Φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια η νεότερη ποιητική γενιά –όπως συμβαίνει με την περίπτωση της Έλσας Κορνέτη-  ανιχνεύει καινούριους δρόμους στην ποιητική έκφραση. Το βιβλίο της –«Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας. Σκέψεις και αφορισμοί για κάθε μελλοντική ποίηση»- που ισορροπεί ανάμεσα στην ποίηση και τον δοκιμιακό λόγο, αποτελεί μια  στοχαστική ενατένιση των πραγμάτων και του υποκειμένου και συνεχίζει σταθερά ένα από βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης της που είναι η κοινωνική διάσταση. «Για πρώτη φορά ένας λαός είναι φοβισμένος περισσότερο απέναντι στη ζωή παρά στο θάνατο». Σπάει το είδωλο του κόσμου που λάμπει στον  καθρέφτη της ματαιοδοξίας. Κατεδαφίζει τις ψευδαισθήσεις του υποκειμένου, που σέρνεται ως άθυρμα σε  μια μπελ εποκ της κατανάλωσης πίσω από τα θάμβος μιας εφήμερης ομορφιάς του κόσμου που είναι πλαστική. «Το ηλεκτρονικό αρχιπέλαγος παφλάζει στην οθόνη των ματιών φέροντας μια «εξέχουσα» αποστολή: την επανεφεύρεση της ηδονής. Έστω εικονικής».

Η φωνή της αποφεύγει το λυρισμό και την αισθηματολογία. Η γλώσσα «αντιποιητική» εισάγει λέξεις καθημερινές, υπονομεύει τη σοβαροφάνεια και δημιουργεί μια γλωσσική σκευή αντίστοιχη με το θέμα και την εποχή που εκφράζει. Ηλεκτρικά όνειρα, υγρά μπαταρίας, φούρνοι μικροκυμάτων και μικροπίξελ είναι τα σύμβολα που στίζουν τα ποιήματά της. «Το μέλλον ραγίζει ήδη στον καταψύκτη». Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και το χιούμορ είναι η μάσκα για καταδυθεί  στο σύγχρονο κόσμο. «Ναι. Ο Θεός κυκλοφορεί ανάμεσά μας με αντιασφυξιογόνα μάσκα».

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Ο James Joyce και η Θεσσαλονίκη


H σημερινή Bloomsday είναι μια καλή αφορμή για να θυμηθούμε τη σχέση του Joyce με τη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει στη βιογραφία του ο Ρίτσαρντ Έλλμαν αλλά και η Μαντώ Αραβαντινού, ένας από τους καλούς του φίλους στη Ζυρίχη ήταν ο θεσσαλονικιός Πωλ Ρουτζιέρο. Καθολικός το θρήσκευμα, σπούδασε στο γαλλικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, όπου έμεινε μέχρι το 1912. Ο Ρουτζιέρο ήταν τραπεζικός και βοήθησε πάρα πολλές φορές τον Τζόυς. Στη «Λέσχη των Ξένων» ο Τζόυς συζητούσε μαζί του και του εξομολογούνταν τις δυσκολίες με τους εκδότες του. Πίστευε ότι η καλύτερη πύλη εισόδου στο πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας ήταν η σύγχρονη. Γι’ αυτό έκανε παρέα με Έλληνες όπως ο Παύλος Φωκάς ή ο φρουτέμπορας Νικόλαος Σάντος που ήξερε να παραθέτει προφορικά αποσπάσματα της «Οδύσσειας». Μάλιστα η στρουμπουλή σύζυγός του, που δεν έβγαινε από το σπίτι της όλη μέρα για να διατηρεί σε καλή κατάσταση το δέρμα της και επιπλέον έφτιαχνε μόνη της κρέμες προσώπου, έχει ένα μερίδιο στη σκιαγράφηση της ηρωίδας του «Οδυσσέα» δηλ. της Μόλλυς Μπλουμ. (Ρ. Έλλμαν, σελ. 450).

Ο ίδιος ο Τζόυς σε μια σημείωσή του με τίτλο «BIRTH-NIGHT» μιλώντας για τον εορτασμό των γενεθλίων του γράφει: : “...but the evening was sure to close with a rendering by Ruggiero and J. of the Greek National Anthem—Χαίρε, χαίρε, Ελέυθεριά (Hail Hail oh! Liberty!)”. (Budgen, Frank / James Joyce and the making of 'Ulysses', p. xvi)
Α propos, πάνω στο γραφείο του όταν πέθανε βρήκαν δυο βιβλία. Το ένα ήταν το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας. Όπως φαίνεται και από τα «Σημειωματάρια της Ζυρίχης» που παραθέτει η Μαντώ Αραβαντινού η εκμάθηση των ελληνικών ήταν η μόνιμη φροντίδα του. Τετράδια και σελίδες στις οποίες ο Τζόυς μάθαινε λέξεις, που χρησιμοποιούσε αργότερα στο Οδυσσέα, ή αντέγραφε αποσπάσματα ελληνικών εφημερίδων, ένα από τα οποία αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη.
Αυτό ήταν το πραγματολογικό υλικό για το παρακάτω απόσπασμα του μυθιστορήματος «Το όνειρο του Οδυσσέα» που αναφέρεται στον Τζόυς:
............................

«Tο µυαλό µου, όµως, είχε κολλήσει σε ένα απόσπασµα από τα Σηµειωµατάρια της Ζυρίχης του Τζέηµς Τζόυς. Αγωνιζόταν, τότε, να µάθει λέξη λέξη τα ελληνικά από τον φίλο του Παύλο Φωκά. Πίστευε ότι ανήκε σ’ αυτήν τη γλώσσα. Ότι ήταν το πεπρωµένο του. Βρήκα την εγγραφή µε τη δεξιοκλινή γραφή, τα ωραία ελληνικά του γράµµατα και κάποια µικρά ορθογραφικά λάθη, όπως τη θυµόµουν:

Κατ’ ειδησεις εκ Θεσσαλονίκης
Εντός της εβδοµάδος θα αναχωρήση το πρώτον ελληνικόν σύνταγµα δια το µέτωπον του πολέµου, πλήρως καταρτισθέν υπό της επιτροπής της εθνικής αµύνης, υπό την διοίκησιν του ταγµατάρχου κ. Ζ…
Το σύνταγµα τούτο θα περελάση δια των κεντρικοτέρων οδών της πόλεως.
Ο Στρατηγός Σαράιγ εξέφρασεν την επιθυµίαν να παρακολουθύση την παρέλασιν από της πλατείας της ελευθερίας ένθα θα λάβουν θέσιν και πάντες οι αρχηγοί της επαναστάσεος.
Τζέηµς Τζόυς, Σηµειωµατάρια της Ζυρίχης

Τέτοια η µανία αυτού του ανθρώπου µε τους Έλληνες! Ήταν προληπτικός και πίστευε ότι του έφερναν τύχη. Γι’ αυτό και το 1922 οι αλλεπάλληλες δοκιµές για το εξώφυλλο του Οδυσσέα. Ήθελε να πετύχει το ακριβές χρώµα της ελληνικής σηµαίας. Αν το «αγαπηµένο Βροµοδουβλίνο» τον είχε απαρνηθεί, αυτός αναζητούσε άλλες πατρίδες. Τον φαντάζοµαι µε τα στρογγυλά γυαλιά και το στενό µουστάκι, κάτω από το οποίο πάσχιζε να αρθρώσει τις λέξεις, όταν µαζί µε τον θεσσαλονικιό Πολ Ρουτζιέρο έκλειναν τα βράδια τους τραγουδώντας τον ελληνικό εθνικό ύµνο. Τον οµορφότερο, όπως έγραφε, ύµνο στον κόσµο.
Χαίρε, ω χαίρε ελευθεριά!
» (Το όνειρο του Οδυσσέα, σελ 182)

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Όψεις της Θεσσαλονίκης μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα των Θεσσαλονικέων

 Από την εκδήλωση της Παρέμβασης "Περί Θεσσαλονίκης αλλά από μακριά" 02.04.14
Η Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι μια προ­νο­μιού­χος πό­λη, για­τί μια αυ­τό­χθων ποι­η­τι­κή και πε­ζο­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή χαρ­το­γρά­φη­σε ε­παρ­κώς το πρό­σω­πό της. Η πό­λη, ως χώ­ρος και  κλί­μα, ε­πα­νέρ­χε­ται στο έρ­γο των πε­ρισ­σό­τε­ρων λο­γο­τε­χνών α­κό­μη και των νε­ότερων. Θα μπο­ρού­σε, ί­σως, να θε­ω­ρη­θεί ως πα­ρά­δειγ­μα γό­νι­μης συ­νο­μι­λί­ας λο­γο­τε­χνί­ας και τό­που. Αρ­κε­τοί εκ των πρω­τα­γω­νι­στών της α­πέ­δω­σαν την εν­δο­στρέ­φεια, την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα της λο­γο­τε­χνί­ας της, στην α­τμό­σφαι­ρά της, στο ι­στο­ρι­κό πε­ρι­βάλ­λον, στη μυ­στι­κι­στι­κή της πα­ρά­δο­ση. Ο Στέλιος Ξε­φλού­δας, πρώ­τος, μι­λά­ει για την ο­μί­χλη που γε­μί­ζει τους δρό­μους της πό­λης, τη μα­γεί­α των δει­λι­νών και τη με­λαγ­χο­λί­α της1. Ο Γιώργος Κι­τσό­που­λος υ­πο­στή­ρι­ξε ό­τι «η στρο­φή στην ε­σω­τε­ρι­κό­τη­τα δεν ή­ταν, στην πε­ρί­πτω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης, έ­να εί­δος φυ­γής α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ή­ταν μια α­νί­χνευ­ση πά­νω στο υ­παρ­κτό, μια α­πό­πει­ρα για διείσ­δυ­ση μέ­σα στο ι­διαί­τε­ρο της πό­λης και των αν­θρώ­πων της»2.


Έ­χει ε­πι­ση­μαν­θεί ό­τι η λο­γο­τε­χνι­κή μα­τιά στον αν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φι­κό χώ­ρο της Μα­κε­δο­νί­ας α­πό τη γε­νιά του τριά­ντα (Σε­φέ­ρης Η­με­ρο­λό­για, Μυ­ρι­βή­λης Η ζω­ή εν Τά­φω, Ε­λύ­της, κ.ά.) εί­ναι α­μή­χα­νη έ­ως αρ­νη­τι­κή. Η πε­δι­νή ή ο­ρει­νή μα­κε­δο­νι­κή εν­δο­χώ­ρα, ως α­γρο­τι­κή ε­παρ­χί­α, α­πο­τε­λεί μια μι­κρή και α­διά­φο­ρη α­ντί­στι­ξη στον κό­σμο του Αι­γαί­ου, της νο­σταλ­γί­ας, του έ­ρω­τα. Η εύ­στο­χη πα­ρα­τή­ρη­ση α­νή­κει στον Γιώργο Κε­χα­γιό­γλου3 και θα έ­πρε­πε, ί­σως, να πε­ρι­λά­βει ό­λη τη γε­ω­γρα­φι­κή εν­δο­χώ­ρα. Η γε­νιά του ’30 ό­χι μό­νον ε­πι­κυ­ρώ­νει λο­γο­τε­χνι­κά τη θα­λασ­σι­νή φυ­σιο­γνω­μί­α της Ελ­λά­δας, αλ­λά την α­να­κηρ­ύσ­σει ως την πιο αυ­θε­ντι­κή. Το Αι­γαί­ο του φω­τός και της διαύ­γειας α­να­δει­κνύ­ε­ται σε ου­σια­στι­κή συ­νι­στώ­σα της ελ­λη­νι­κό­τη­τας και της ε­θνι­κής ι­διο­τυ­πί­ας. Μια εντελώς αντίθετη ατμόσφαιρα διαπιστώνει ο Γιώργος Θέμελης για την ποίηση της Θεσσαλονίκης. Θεωρεί ότι το “κλί­μα ψυ­χής”, η ι­διαί­τε­ρη α­πό­χρω­ση της ποί­η­σης της πό­λης, προσ­διο­ρί­ζε­ται και α­πό το βό­ρειο κλί­μα, που έ­χει την τά­ση προς υ­πο­βο­λή. «Το ελληνικό φως εδώ - γράφει- δεν είναι εκτυφλωτικό, μαλακώνει την αστραφτερή διαύγεια, γέρνει, να πει κανείς, προς μια θάμπωση. Μια αδιόρατη και συχνά πυκνότερη ομίχλη το συγκερνά κάνοντάς το οικείο και απτό σχεδόν...Κάτω το τοπίο με μια υφή σα να το διαποτίζει κάποια εσωτερική μελαγχολία με βυζαντινή απήχηση, που θαρρείς και βγαίνει από τα σκόρπια μνημεία, τους συσσωρευτές αυτούς του αιώνια χρόνου, ορίζει κι αυτό μαζί με το ιδιότυπο φως την τάση προς την υποβολή και την ατμόσφαιρα» 4.

Ε­κτός α­πό τον Γιώργο Ιω­άν­νου, που της δό­θη­κε σχε­δόν ο­λο­κλη­ρω­τι­κά, ο Ν. Γ. Πε­ντζί­κης συνδυάζοντας τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό στην αφήγηση με την  ορθόδοξη θέαση του κόσμου τη συ­νέ­δε­σε με τη βυ­ζα­ντι­νή της κλη­ρο­νο­μιά και την εγκατέστησε εμβληματικά ως «Μητέρα Θεσσαλονίκη» στην καρδιά του έργου του.

Ο Ντίνος Χρι­στια­νό­που­λος ψη­λά­φη­σε την ε­ρω­τι­κή της γε­ω­γρα­φί­α. Ο τόπος, χωρίς συμβολισμούς ή μεταμορφώσεις, γίνεται μοτίβο που επανέρχεται συνεχώς στην ποίησή του. Το σώμα και ο χώρος, ως σκηνικό του ερωτικού πάθους, συνυφαίνονται σε μια δραματική εμπειρία και συνυπάρχουν στο ποίημα ως οι δυο όψεις ενός νομίσματος. Τα τοπωνύμια, τα οποία διαδοχικά εγγράφονται στην προσωπική ποιητική μυθολογία, πολλαπλασιάζονται για να καλύψουν εν τέλει το πρόσωπο της πόλης. Εγνατία, Έκθεση, Μπαξέ Τσιφλίκι και ο προπαντός οι Δυτικές συνοικίες, τα «αναχωρητήρια της αγάπης», γεωγραφικά σήματα σαρκωμένα από το βίωμα, αρδεύουν τις περισσότερες ποιητικές συλλογές.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Η ουτοπία ως εφιάλτης


Του Μάκη Καραγιάννη, Παρέμβαση τχ 170
 ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΑΤΖΗΠΡΟΔΡΟΜΙΔΗΣ, Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του, εκδ. Επίκεντρο, 2013, σελ. 240  

  Μου άρεσε όμως περισσότερο εκείνη η πλευρά του βιβλίου που διερευνά τη στάση των διανοουμένων απέναντι στο σταλινισμό. Με ενδιέφερε κατ’ αρχήν ως ερώτημα: Τι έκανε τους διανοούμενους οι οποίοι εξ ορισμού είναι ταγμένοι να διακονούν την τέχνη και την επιστήμη -δηλαδή την αλήθεια- να ενδίδουν στο ζόφο του σταλινισμού; Τι έκανε διανοούμενους σαν τον Λούκατς, τον Νερούντα, τον Αραγκόν, τον Ελυάρ, τον Πικάσο, τον Μπρέχτ, τον Γκόργκι, τον Ρίτσο να τυφλώνονται μπροστά σ’ αυτό το φαινόμενο;(...) Αν όμως ο Λούκατς αποτελεί την «προδοσία της σκέψης» τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα όταν μαζί με την πίστη στο κόμμα υπεισέρχονται ο καιροσκοπισμός, το βελούδινο χέρι της κομματικής θαλπωρής, το χειροκρότημα. «Homo sum και τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο» όπως έλεγε ο Τερέντιος. Ο ποιητές και οι πεζογράφοι ακόμα και όταν κάνουν μεγάλη τέχνη είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με υποκρισίες και  ιδιοτέλειες και στηρίζουν σταλινικά καθεστώτα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πάμπλο Νερούντα. Το 1954 υμνεί στο ποίημά του την απλότητα και τη σοφία του Στάλιν, ενώ το 1963 ο μεγάλος ηγέτης στο ποίημα μεταμορφώνεται  σε βάναυσο άνθρωπο. Αντίστοιχα εγκώμια επεφύλαξε ο Νερούντα σε ποίημά του και για τον  Αντρέι  Βισίνκσκι, τον αδίστακτο εισαγγελέα των δικών της Μόσχας. Αλλά τι στάση κράτησε και ο μεγάλος Μπέρτολντ Μπρεχτ; Δεν μίλησε ποτέ για τα σταλινικά εγκλήματα. Όπως πολύ γλαφυρά αναφέρει ο βιογράφος του Τζον Φουέγκι  «βούλωσε το στόμα του». Όμως και όταν μίλησε για τη δολοφονία  του φίλου του Σεργκέι Τρετιάκοφ στο ποίημά του «Είναι αλάθητος ο λαός;» τι έγραψε; «ανάμεσα στους πενήντα καταδικασμένους ίσως είναι και ένας αθώος. Και τι έγινε αν είναι αθώος;». Η ειρωνεία είναι ότι ως διανοούμενος έδινε συμβουλές στον κόσμο για τις “Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια”.
Έχει άραγε κάποιο νόημα η ενασχόληση με τον Σταλινισμό σήμερα ή πρόκειται απλώς για ένα βίτσιο των παλιών αριστερών και των ιστορικών; Δυστυχώς τα φαντάσματα των μαύρων και κόκκινων ολοκληρωτισμών που νομίσαμε ότι έθαψε ο 20ος αιώνας, επανέρχονται δριμύτερα. Στον δημόσιο λόγο κυριαρχεί μια ρητορική από τη Χρυσή Aυγή μέχρι τους αντιεξουσιαστές που βλέπει μόνον ξεπουλημένους, προδότες και δοσίλογους. Τσιτάτα ξετρυπώνουν μέσα από τις μουχλιασμένες σελίδες του Νετσάγιεφ. Το ΚΚΕ αποκαθιστά και επισήμως τον Στάλιν, ενώ ο Σύριζα είναι ερωτευμένος με τον Σλαβόι Ζίζεκ που θεωρεί ότι η «σοφία» των Ιακωβίνων και των μπολσεβίκων, «η σωφρονιστική τρομοκρατία και ο πολιτικός βολονταρισμός» είναι η απάντηση στα σημερινά προβλήματα.

«Η Αριστερά στην Ελλάδα -όπως το θέτει ο Χατζηπροδρομίδης στο πρόσφατο βιβλίο του
«Ο σταλινισμός και οι μεταμοντέρνοι θαυμαστές του»- δεν αναζήτησε στο σταλινικό παρελθόν τις αιτίες της τραγωδίας της και προτιμά να επικρίνει διάφορα ηγετικά στελέχη για τις πολιτικές τους ευθύνες. Γι’ αυτό και στα τρία κεφάλαια του βιβλίου με τίτλο Σταλινισμός: Ι. Η τυραννία ως υπόσχεση ελευθερίας ΙΙ. Ο βολονταρισμός ως αναγκαιότητα και ΙΙΙ. Η εξουσία ως αιώνια επιβολή στην κοινωνία ανατέμνει το φαινόμενο δείχνοντας πώς ο ιστορικός βολονταρισμός καταργώντας τη σκέψη μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα εξουσίας που κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Παρουσιάζει γλαφυρά τη συστηματική εξόντωση όλων των αντιπάλων των Στάλιν –τον Τρότσκι, τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Κίροφ, τον Μπουχάριν με αποκορύφωμα τις Δίκες της Μόσχας 1936 -1939 και τις εφιαλτικές διαστάσεις της βίας με τα εκατομμύρια των εκτελεσθέντων και εκτοπισθέντων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.