Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα

Του Λέων Ναρ 
Μάκης Καραγιάννης, «Πόλη χωρίς θεούς» , εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 308
Στην Ελλάδα της κρίσης έχουν ήδη εκφραστεί οι πλέον ακραίες θέσεις και απόψεις. Πλανάται ένα τοξικό νέφος συνομοσιωλογίας και ανορθολογισμού, το οποίο έχει επικαθήσει στο κοινωνικό σώμα προκαλώντας καρκινικές μεταλλάξεις. Ανυπόστατοι μύθοι, απλουστευτικά στερεότυπα, στρεβλές ιδεολογίες, απλοϊκές ιδεοληψίες, τερατώδη ιδεολογήματα δηλητηριάζουν σχεδόν καθημερινά τον δημόσιο λόγο. Όλα αυτά έχουν ως θέμα τους την κρίση, σε όλες της τις εκφάνσεις, όχι μόνον την οικονομική.
Αυτήν την πραγματικότητα επιχειρεί να αναμετρήσει το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Μάκη Καραγιάνη Πόλη χωρίς θεούς. Διαβάζοντας το βιβλίο είχα διαρκώς την αίσθηση ότι διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος χωρίς όπλα, με συγκρούσεις, με φανατισμό αλλά και με εντονότατο το στοιχείο του διχασμού. Το επίτευγμά του είναι ότι δίνει μια ιστορική διάσταση στην τρέχουσα κρίση, υπογραμμίζοντας την ίδια στιγμή ότι αν μπορεί να προκύψουν λύσεις, κάτι τέτοιο θα επέλθει μόνο ως αποτέλεσμα ριζικών πολιτικών ανατροπών.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, θύματα οι περισσότεροι της δομής του πολιτικοκοινωνικού συστήματος και της γενικής υστέρησης της χώρας,αναδεικνύουν μια θλιβερή πραγματικότητα: η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει ανάγκη την πολιτική της συμπλήρωση και υποστήριξη. Καυτηριάζεται, ακόμη, ανελέητα η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα και τίθεται ως αφορμή για συζήτηση η γιγάντωση της ανισότητας των εισοδημάτων στον δυτικό κόσμο.Αντί να τρέφουμε τυφλή εμπιστοσύνη στην αγορά, να αξιολογήσουμε την όποια κοινωνική δικαιοσύνη σε σχέση με την αποδοτικότηταστη σφαίρα της ψυχικής υγείας, να ένα ακόμη πρόταγμα του μυθιστορήματος.

Ερωτικές υποθέσεις με φόντο την κοινωνική μικροϊστορία

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, «Η λιτανεία», εκδ. Στοχαστής 2016, σ.106
Η «Λιτανεία», μια νουβέλα με απλή γλώσσα που συνδυάζει την πλοκή με την  ιστορία, είναι το  τελευταίο του βιβλίο του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη. Ένας δημοσιογράφος από την Αθήνα, με αφορμή την πτώση του μεγάλου πέτρινου γεφυριού της Πλάκας,  θα ανέβει στην Άρτα για ρεπορτάζ. Η έρευνα θα τον φέρει αντιμέτωπο με τα προβλήματα που δημιουργούνται από το φράγμα του ποταμού Αράχθου της ΔΕΗ στην περιοχή και τα αντιτιθέμενα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας.
Σε ένα δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, ένας παράνομος έρωτας ιστορείται ταυτόχρονα με  μια εξέγερση με επαναστατικές ιδέες απέναντι στους τσιφλικάδες και τους κοτζαμπάσηδες, η οποία θα πνιγεί εν τη γενέσει της.  Στο αφηγηματικό σχήμα του Ιντζέμπελη οι δυο ιστορίες, εκτυλίσσονται  σε δυο παράλληλα χρονικά επίπεδα που εναλλάσσονται συνεχώς. Είναι μια τεχνική που χρησιμοποίησε επιτυχημένα σε προηγούμενα αφηγήματα και  ιδιαίτερα στην «Τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή».
Οι δυο ιστορίες εκτυλίσσονται στην Άρτα που είναι ο κοινός παρονομαστής των δύο ιστοριών και μέσα σε λίγες σχετικά σελίδες εκδιπλώνει μια πλοκή με πλούσια φαντασία πάνω σε ένα καμβά που συνδυάζει τις οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, με τις  βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις που θα οδηγήσουν σε συγκρούσεις.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

500 ΛΕΞΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 12.3.17
Ο Μάκης Καραγιάννης (Κοζάνη, 1958) είναι πεζογράφος και κριτικός. Εχει εκδώσει τρία πεζογραφικά βιβλία και τη μελέτη «Η αισθητική της ιθαγένειας». Σπούδασε μαθηματικά και ήταν συνεκδότης του περιοδικού «Παρέμβαση». Τελευταίο του μυθιστόρημα το «Πόλη χωρίς θεούς» από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο».
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Παναγιώτης Κονδύλης «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο», George Steiner «Αντιγόνες», Isaiah Berlin «Οι ρίζες του ρομαντισμού». Ολα για τις ανάγκες ενός δοκιμίου που γράφω αυτόν τον καιρό και ανιχνεύει διαχρονικά την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Ο Λισιέν ντε Ριμπαμπρέ από τις «Χαμένες ψευδαισθήσεις» του Μπαλζάκ υπάρχει μέσα στον καθένα μας. Οι ματαιοδοξίες του, τα πάθη και οι χαμένοι έρωτες δίνουν «έναν αέρα μυθιστορηματικό στην ασήμαντη ζωή μας». Ομως στην εποχή της παράκρουσης και της post-truth πολιτικής ακόμη και ο Λισιέν με τις ζωτικές αυταπάτες φαντάζει νησίδα ορθολογισμού.
Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;
Ασφαλώς με τον Φλομπέρ. Τον θαυμάζω και, επιπλέον, σε έναν αριστερό δίνει το αναγκαίο μελαγχολικό αντίβαρο θυμίζοντάς του ότι «το μεγάλο όνειρο της Δημοκρατίας είναι να εξυψώσει τον προλετάριο στο ίδιο επίπεδο βλακείας που έχει φθάσει ο αστός».
Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;
Δεν με θυμώνουν, αλλά με απογοητεύουν τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν.
Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;
Αν και πέρασε πολύ καιρός, το «Βίοι ελάσσονες» του Πιερ Μισόν. Πρόκειται για ένα αριστούργημα, που δυστυχώς στην Ελλάδα πέρασε απαρατήρητο από αναγνώστες και κριτικούς.
Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;
«Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Τόμας Πίντσον.
Τι σημαίνει να ζεις σε μια «Πόλη χωρίς θεούς»;
Οτι αναποδογύρισε το σύμπαν. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Περιδινίζεσαι στην αέναη κίνηση του ρευστού κόσμου της παγκοσμιοποίησης από τον οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ο φόβος σκεπάζει την πόλη. Η βία είναι κυρίαρχη και το «ψόφα» ακούγεται στους δρόμους σαν πολεμική ιαχή.
Με ποιους τρόπους μπορεί η οικονομική κρίση να αποτελέσει έμπνευση για έναν πεζογράφο;
Νομίζω η πεζογραφία έριξε αρκετή μελάνη πάνω της. Ομως, εμένα μου άρεσε πάντα η επιλογή του Αλμπέρ Καμύ στην «Πανούκλα». Μίλησε για το «κακό» του 20ού αιώνα με έναν μεταφορικό τρόπο.
Εχετε Facebook, Twitter κτλ.; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
Για έναν πεζογράφο είναι ένας θαυμάσιος τρόπος για να χάνει τον χρόνο του. Ωστόσο, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο. Ακόμη κι εγώ, αρκετές φορές, υποκύπτω στον πειρασμό.

Μάκης Καραγιάννης: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

http://diastixo.gr01 Φεβρουαρίου 2017
Ο Μάκης Καραγιάννης γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι συνιδρυτής του περιοδικού Παρέμβαση και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988-1993). Έχει δημοσιεύσει πεζογραφία, λογοτεχνική κριτική και μελέτες. Ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας Η Αυγή και από το ιστολόγιο «Τοις Εντευξομένοις» (http://mkaragiannis.blogspot.com).
Σε έναν κόσμο που γκρεμίζεται, πέφτουν όλα όσα με κόπο και όνειρο είχαμε φτιάξει. Μήπως ζούμε σε μια εποχή ρευστότητας;
Η Πόλη χωρίς θεούς μιλάει για τους χαμένους της κρίσης και της ζωής. Υπάρχει μια φράση που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο μυθιστόρημα. «Αναποδογύρισε το σύμπαν». Τίποτε δεν μένει όρθιο. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα. Υπάρχει έντονα το αίσθημα της απώλειας. Οι ήρωες νιώθουν εγκλωβισμένοι και ανήμποροι σε έναν καφκικό Πύργο από τον οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν. Περιδινούνται στην αέναη κίνηση ενός «Ρευστού Κόσμου». Όπως ομολογεί ο αφηγητής, αλλά μόνον στην ακροτελεύτια παράγραφο του βιβλίου, «Ήταν η εποχή της Ρευστότητας». Η Νέα Πόλη για την οποία μιλάει το μυθιστόρημα είναι μια μεταφορά των «Ρευστών Καιρών», τους οποίους έχουν περιγράψει αρκετοί κοινωνιολόγοι και φιλόσοφοι. Και αναφέρομαι στους Ζίγκμουντ Μπάουμαν και στο ομώνυμο βιβλίο του, τον Άντονι Γκίντενς, τον Παναγιώτη Κονδύλη με την Πλανητική πολιτική κ.ά.
Πριν από το 2009 ο ιδιωτικός τομέας βρισκόταν σε ακμή. Οι Έλληνες πίστευαν ότι ζουν σε μία από τις πλούσιες χώρες του κόσμου. Τι συνέβη και ο κόσμος γύρισε ανάποδα;
Η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Αποδείχτηκε ότι η οικονομία ήταν χτισμένη σε σαθρά θεμέλια και το κράτος χρεοκοπημένο. Τα αδιέξοδα 40 χρόνων που συσσώρευσε ένα φαύλο πελατειακό πολιτικό σύστημα την έκαναν να πέσει με το πρώτο κύμα της παγκόσμιας κρίσης.
"Το μυθιστόρημα, αν και θυμίζει την ελληνική κρίση, δεν αναφέρεται μόνον σ’ αυτή. Μιλάει για την παγκόσμια κρίση και την πρωτόγνωρη τάση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ρυθμίζει τις αγορές σε τέτοιο σημείο, ώστε να μιλάμε για το διαζύγιο της εξουσίας και της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις έχασαν την ικανότητα του ελέγχου και των αποφάσεων, αφού τα πιο σημαντικά θέματα αποφασίζονται σε πλανητικό επίπεδο".

Ο Ξενοφώντας Κάπας είναι ιδιοκτήτης μιας βιοτεχνίας ρούχων. Ενώ οι δουλειές του πάνε καλά αποφασίζει να κάνει το άνοιγμα. Παίρνει δάνεια και μεγαλώνει την επιχείρησή του. Έτσι δεν συνέβη και στους ιδιώτες που τους αγκάλιασαν οι τράπεζες και τους έδωσαν πλουσιοπάροχα δάνεια;
Έχετε δίκιο. Ωστόσο το μυθιστόρημα, αν και θυμίζει την ελληνική κρίση, δεν αναφέρεται μόνον σ’ αυτή. Μιλάει για την παγκόσμια κρίση και την πρωτόγνωρη τάση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να ρυθμίζει τις αγορές σε τέτοιο σημείο, ώστε να μιλάμε για το διαζύγιο της εξουσίας και της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις έχασαν την ικανότητα του ελέγχου και των αποφάσεων, αφού τα πιο σημαντικά θέματα αποφασίζονται σε πλανητικό επίπεδο. Έτσι, ο Ξενοφώντας Κάπας μοιάζει «χαμένος. Ναυαγός μέσα σε μια θάλασσα από δολάρια, γιεν, ευρώ, δάνεια και μετοχές, που ξεκινούσε από την πόλη του κι έφτανε ως τη Γουόλ Στριτ κι από κει στο Τόκιο. Η πτώχευσή του ήταν μια ασήμαντη κουκκίδα στον ωκεανό της χρηματαγοράς».

Δύο βιβλία της πρόσφατης παραγωγής

Του Τάσου Καλούτσα, frear.gr, 23.1.17
Μερικές σκέψεις για δυο βιβλία της πρόσφατης πεζογραφικής παραγωγής του 2016 που έφτασαν στα χέρια μου: Στην τρίτη κατά σειρά συλλογή της Μαρίας Κουγιουμτζή Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα (εκδ. Καστανιώτη) τριάντα δύο σύντομες εξιστορήσεις κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, εφόσον εξασφαλίζουν την ιδιαίτερη διεγερσιμότητα που επιβάλλει στον αναγνώστη η αυθεντική λογοτεχνία. Εκκινώντας από την περιγραφή απλών καθημερινών περιστατικών (πραγματικών ή επινοημένων) ή μέσα από τις δαιδαλώδεις (συχνά εφιαλτικές) ατραπούς της ευρηματικής της φαντασίας, σε οδηγούν στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και σε κάνουν να νιώσεις με ξεχωριστή ένταση τη συγκίνηση που προκαλούν τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: Πόνος και αγανάκτηση απ’ την ανάλγητη επιβολή κάθε μορφής (εξουσιαστικής) βίας, συμπόνια προς τα κάθε λογής αδύναμα ή ανυπεράσπιστα θύματά της ‒τους αδικημένους ή τους «ναυαγισμένους»‒ διάχυτος αισθησιασμός που σπαράσσεται από τη μοναξιά, παράφορα πάθη που συνορεύουν με την απόγνωση και την τρέλα, εκρηκτικά ξεσπάσματα φιμωμένων ενστίκτων που, μέσα από μια καλοστημένη σκηνοθεσία οικογενειακών συμβάντων ή συγκρούσεων, αντιπαραθέτουν την αγριότητα με την τρυφεράδα, την ανθρώπινη θηριωδία με την δίχως όρια αφοσίωση και, περιέργως, σε γαληνεύουν, επιδαψιλεύοντας τη γλυκιά παραμυθία που προσφέρει η τέχνη στην ύπαρξη. Αγάπη προπάντων για τη Ζωή (στο σύνολό της), αυτήν που φιλόστοργα αγκαλιάζει η λογοτεχνία (υπερνικώντας και το φόβο του θανάτου): «Στα βιβλία μπορείς να ζεις και νεκρός, δεν σ’ το απαγορεύει κανείς». Εν συντομία, ένας κόσμος (επίγειος και υπόγειος) δυνατών συγκινήσεων, εγκαρτέρησης και αγωνίας, τρόμου κι ελπίδας.
Βαθιά τομή στο παρόν της χώρας μας που δοκιμάζεται από την πολύχρονη οικονομική κρίση επιχειρεί με το νέο του βιβλίο Πόλη χωρίς θεούς (εκδ. Μεταίχμιο) ο Μάκης Καραγιάννης. Στο επίκεντρο η ιστορία του βιοτέχνη Ξενοφώντα Κάπα, που χρεωκόπησε, με αποτέλεσμα, προοδευτικά, και οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειάς του ν’ αρχίσουν να «φυλλορροούν».

Με το μέταλλο των παλιών καιρών


Τον παρακολούθησα τελευταία φορά το 2013. Η Θεσσαλονίκη τιμούσε στη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε μια συγκινητική εκδήλωση, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. Οι πανεπιστημιακοί ανέλυσαν το έργο του, μίλησαν για τον «καλύτερο ομηριστή που είναι και καλύτερος μεταφραστής». Ήταν μια ψυχική ανάταση για όλους μας. Ένα ξέφωτο μέσα στην καταχνιά.

Τον θυμάμαι στις εκδηλώσεις της πόλης τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη ήταν αυτοί που συνέβαλαν στην πολιτική και πνευματική μας ενηλικίωση. Από τις επιφυλλίδες του Βήματος, τα Δεκαοχτώ κείμενα, τα κελιά της ΕΑΤ-ΕΣΑ την περίοδο της δικτατορίας, έδωσε το στίγμα του.  Θα ήταν ένας δημόσιος διανοούμενος και όχι ένας φιλόλογος κρυμμένος βαθιά στις σελίδες των βιβλίων. Και όπως έκαναν οι άνθρωποι της γενιάς του, με το μέταλλο των παλιών καιρών, υπεράσπισε τις λέξεις του με τις πράξεις. Συνέβαλε με το παράδειγμά του, τον δημόσιο λόγο και το πνευματικό του έργο στην εθνική μας αυτογνωσία.  Αργότερα έγινε υπόθεση των φιλολόγων. Λίγοι ενδιαφέρονταν για την «πολιτική ηθική του».

Ο ίδιος στην αντιφώνησή του μίλησε για το τρίγωνο γραφή, ανάγνωση και μετάφραση που χάραξε τη ζωή του. Μνημόνευσε τα αγαπημένα του πρόσωπα και τους δασκάλους του. Τον Γ. Κακριδή, τον Ε. Κριαρά, τον Λ. Πολίτη. Ανέφερε τους φίλους του. Την Α. Κυριακίδου- Νέστορος, τον Τ. Χρηστίδη, τον Π. Ζάννα. Ένας άλλος αέρας πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Για να καταλάβεις όμως τι σημαίνει Π. Ζάννας πρέπει να έχεις διαβάσει το «Ημερολόγιο φυλακής». «Ύστερα χωρίς να το περιμένει –γράφει για μια συνάντησή τους με τον Μαρωνίτη μέσα στις φυλακές στις 19.5.71- τον πλησίασα και τον αγκάλιασα. Νομίζω πως κλαίγαμε – ή σχεδόν- και οι δυο. Οι φύλακες φώναζαν. Με τράνταξε. Δεν μπόρεσα να τον ρωτήσω τίποτα».

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Η γραμματική της ειρωνείας

Από το αφιέρωμα του περιοδικού "Σίσυφος" στον Βασίλη Καραγιάννη
Ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων

Χ. Μούκα 1. Μπαίνοντας μέσα αντικρίζεις μια συμπαθητική αταξία. Παντού βιβλία. Ξεχειλίζουν τους τοίχους, στο γραφείο ακόμα και στο πάτωμα, σε οργανωμένες στοίβες ή  πεταμένα χύδην. Ό,τι περισσεύει από χώρο καλύπτεται με πίνακες, φωτογραφίες και ζωγραφισμένες πέτρες. Δεν υπάρχει ούτε ένα εκατοστό ελεύθερου χώρου.  Στέκεται οχυρωμένος πίσω από τα βιβλία, ελεύθερος πολιορκημένος σε ένα χάρτινο χαράκωμα, σε έναν καθημερινό πόλεμο απέναντι στην άγνοια. Ένας  ακούραστος χαρτοποιμένας και βιβλιοασπάλαξ  που κυβερνάει μια τεράστια  βιβλιοθήκη στην οποία μπορείς να βρεις οτιδήποτε κυκλοφόρησε τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Το γραφείο αυτό υπήρξε για τριάντα χρόνια το εντευκτήριο των ανθρώπων των γραμμάτων, της πολιτισμένης -όπως πάντα του αρέσει να τονίζει- αριστεράς και των αριστερών. Όχι σαν τα σημερινά σκύβαλα που δηλώνουν έτσι και  διακρίνονται πανελληνίως για ανοησία τους, αλλά εκείνων με τα τρύπια παπούτσια που έκαναν τη θητεία τους στις φυλακές και τις εξορίες και ένας ένας πήγαιναν εκεί για να του εμπιστευτούν ό,τι πολυτιμότερο είχαν στο τέλος του βίου τους: ένα πακέτο χαρτιά, κακογραμμένα και ανορθόγραφα, με την ιστορία της ζωής τους.

Βιολέτες για μια εποχή

Στο γραφείο αυτό ξεκίνησε και η «Παρέμβαση». Μια ωραία πνευματική διαδρομή τριάντα χρόνων που άφησε έντονα το στίγμα της στα γράμματα και τον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Κάπου εκεί θυμάμαι κι εγώ τα ωραία χρόνια της «Παρέμβασης», την περίοδο της μανιφατούρας, ανάμεσα σε σουβλάκια και μπίρες, με το ραδιόφωνο να παίζει Καζαντζίδη και τρίτο πρόγραμμα και εμείς έμπλεοι από ζωτικές αυταπάτες –«μικροδιεκπεραιωτές του ανέφικτου»-  για να σώσουμε τον κόσμο πολιτιστικά και πολιτικά, σε μιαν ανέμελη εποχή της μπελ εποκ, όταν ο κόσμος έκανε χρήματα, αγωνιούσε για τα χρηματιστήρια κι  εμείς - όπως πάντα-  ασχολούμασταν με έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας. Ανατρέχοντας μια δεύτερη φορά σε εκείνον τον καιρό ένα ίζημα νοσταλγίας μένει στα χέρια και σε αποζημιώνει γενναιόδωρα ξανακερδίζοντας τον χαμένο χρόνο.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Η επαγγελία της αδύνατης μεταρρύθμισης

Πίνακας Κώστας Ντιος
Σημειώσεις για την καχεξία του πολιτικού λόγου
την εποχή της κρίσης - Μέρος 2ο
 
Του Μάκη Καραγιάννη

Η Πολιτική Επιθεώρηση μετά από πέντε χρόνια και τρεις μήνες καθημερινής παρουσίας, 61o1 κείμενα και 1.206.169 προβολές σελίδων, έφτασε στο τέλος της. Όταν ξεκινούσε, μαζί με την κρίση, το καλοκαίρι του 2010 φιλοδοξούσε «να αναδείξει την κριτική σκέψη και τις ιδέες της ανανεωτικής δημοκρατικής αριστεράς, μέσα σε έναν κοινωνικό τοπίο στο οποίο κυριαρχoύσε ο θόρυβος των πληροφοριών και ο λαϊκισμός». Στα πέντε αυτά χρόνια όπου επικράτησε η πολεμική ρητορική περί χούντας και η συνωμοσιολογία, όπου οι λέξεις ιπτάμενα στιλέτα - «εθελόδουλοι», «δοσίλογοι», προδότες», "γερμανοτσολιάδες" - στόχευαν κάθε διαφορετική άποψη η Πολιτική Επιθεώρηση προσπάθησε να είναι μια νησίδα νηφάλιας σκέψης.
Από την θέση αυτή θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους συνεργάτες της Πολιτικής Επιθεώρησης, όλους όσους της εμπιστεύθηκαν τα κείμενά τους, πολλές φορές ακόμη και επιστημονικά, όπως ο κ. Α. Μανιτάκης, αλλά και όσους -χωρίς την άδειά τους- αναδημοσίευσα κείμενα τους από τον τύπο. Είναι φανερό ότι το έκανα γιατί με εξέφραζαν πολιτικά, αλλά πολλές φορές με γοήτευσαν και θα ήθελα να τα έχω γράψει ο ίδιος. Παραφράζοντας τον Σεφέρη θα έλεγα ότι η πολιτική τα χρόνια της κρίσης, για όσους ήταν από την πλευρά της λογικής, ήταν μια πράξη απέραντης αλληλεγγύης.
Στα πέντε αυτά χρόνια η Ελλάδα ξυπνούσε με τα εμβατήρια του Τράγκα. Μεσουρανούσαν οι δωρεάν διαγραφές χρέους, τα παραμύθια του Σώρα και οι κραυγές του εθνολαϊκισμού για κρεμάλες στο Σύνταγμα. Προσπαθούσε μάταια να καταπολεμήσει την κρίση, αναπαράγοντας τον λόγο της χρεοκοπίας του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ένα ολόκληρο σύστημα οργάνωσης και πολιτικής στην οποία στηρίχτηκε η μεταπολίτευση. Διότι δεν επρόκειτο μόνον για οικονομική χρεοκοπία, αλλά για τη χρεοκοπία των μυαλών και των συνειδήσεων. 
Είναι πάντως λυπηρό, και ενδεικτικό για το επίπεδο της κοινωνίας μας, ότι για το μείζον πρόβλημα που δίχασε βαθιά την ελληνική ψυχή πέντε χρόνια τώρα, δεν έγινε ούτε ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές και τους αντιμνημονιακούς, όπως έγινε το 1938 ανάμεσα στον Σεφέρη και τον Τσάτσο για την αντίληψη περί «ελληνικότητας». Δεν υπήρξε καν μια απλή αντιπαράθεση στον τύπο. Μόνον τόνοι μελάνης με ύβρεις, μονόπλευρες καταγγελίες και άπειρα χτυπήματα στα πλήκτρα, γεμίζοντας με τοξικό μίσος ολόκληρο το ίντερνετ και τον αέρα που αναπνέαμε.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Οι Έλληνες ριζοσπάστες και τα μαθηματικά χειρόγραφα του Καρλ Μαρξ.

Πίνακας Κώστας Ντιος

Σημειώσεις για την  καχεξία του πολιτικού λόγου
 την εποχή της κρίσης- Μέρος 1ο
Του Μάκη Καραγιάννη
Τώρα που η καμπύλη  φαινόμενου ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε το μέγιστο σημείο της τροχιάς της, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις για τη ρητορική του δημόσιου λόγου που άρθρωσε. Η απουσία μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, που θα παρείχε μια αξιόπιστη ερμηνεία της ελληνικής πραγματικότητας, η υποτίμηση των ελληνικών παραμέτρων της κρίσης, η στοιχειώδης άγνοια της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών και της οικονομίας, οδήγησε στην  εντυπωσιακή στροφή μετά το δημοψήφισμα και την εκκωφαντική πτώση πάνω στον τοίχο της πραγματικότητας.
 Ποια ήταν η ανάλυση του για τη μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, στο επίκεντρο της οποίας ήταν η χώρα μας; Όταν ο Καρλ Μαρξ προσπαθούσε να μελετήσει το κεφάλαιο και  τις αγορές με επιστημονικά μέσα, για να αναλύσει τις κρίσεις της εποχής του και να διατυπώσει τους νόμους της πτώσης του ποσοστού κέρδους, εδώ αντιμετωπίζαμε την κρίση με τη μεγαλοφυή σκέψη του Φλαμπουράρη ότι «θα τους πληρώσουμε με αέρα». Όποιος διαβάσει τα «Μαθηματικά χειρόγραφα» του Καρλ Μαρξ θα εκπλαγεί. Είχε πλήρη γνώση του διαφορικού λογισμού που διδάσκεται στο πανεπιστήμιο και προσπαθούσε να τον χρησιμοποιήσει στην πολιτική οικονομία για να εκφράσει με μαθηματικό τρόπο τους νόμους για τις κρίσεις, γιατί ήταν σημαντικό γι’ αυτόν «να πετάξει το πέπλο της ασάφειας στην επιστήμη».
Κι ενώ όλη Ελλάδα κρατούσε την αναπνοή της για την έκβαση του δημοψηφίσματος και τις τρομερές συνέπειες του, ο Λαφαζάνης, αρνούνταν να μας αποκαλύψει το μυστικό σχέδιο της κυβέρνησης για όλο το χρυσάφι του κόσμου. Φευ! Τι κρίμα! Κι όταν στις εκλογές άνοιξε το στόμα του, τι μας είπε; «η μετάβαση από το ευρώ σε εθνικό νόμισμα δεν είναι τίποτα το παράξενο ή περίεργο το οποίο απαιτεί ειδική μελέτη». Εξ άλλου είπαμε να κάνουμε ένα πείραμα. Από τον Μαρξ μέχρι τον Λαφαζάνη και τον Φλαμπουράρη η σκέψη διαγράφει μια τροχιά πυροτεχνήματος  από τα μαθηματικά στην αμπελοφιλοσοφία. Έχουν σημασία άραγε  οι αριθμοί και οι μελέτες; Κι όμως η ακροτελεύτια πρόταση από τις 732 σελίδες του βιβλίου του  Τομά Πικετί «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» είναι η εξής: «Η άρνηση να μετράμε σπάνια λειτουργεί προς όφελος των πιο φτωχών».
 Ο ΣΥΡΙΖΑ αντί  για μια ουσιαστική ανάλυση της κρίσης και τη διατύπωση ενός ορθολογικού σχεδίου για την έξοδο, προτίμησε μόνο την καταγγελία, την αντιμνημονιακή ρητορική και την εισαγωγή εξ εσπερίας έτοιμων αντιλήψεων περί νεοφιλελευθερισμού, σε μια Ελλάδα που αγκομαχούσε και πέθαινε από την υπερβολική δόση κρατισμού.  Στη θέση της απόδειξης, η ηθική επίκληση. Στη θέση του συγκεκριμένου, η αοριστολογία. Στη θέση της αυτεπίγνωσης και της δύσκολης αλήθειας, οι βολικές ψευδαισθήσεις και τα τρυφερά ψέματα που λέμε στο εαυτό μας. 

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μυθιστορήματα τούβλα εναντίον μικρής φόρμας


The Books' Journal τχ. 57

«Πολύ λίγα βιβλία αξίζουν τον κόπο να είναι τόσο μεγάλα. Οι Αμερικανοί ειδικά λατρεύουν τα μεγάλα βιβλία. Νομίζω ότι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ένα σπουδαίο αμερικανικό μυθιστόρημα πρέπει να μοιάζει με τούβλο» είπε σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο του BBC ο Ίαν Μακ Γιούαν.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι τάσεις της αγοράς επιβάλλουν ογκώδη μυθιστορήματα. Τα ερωτήματα, όμως, που ανακύπτουν σχετικά είναι πολλά. Είναι απόλυτα αναγκαίες οι 1161 σελίδες στο «2666» του Μπολάνιο; Οι 1002  σελίδες στο «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» του Πίντσον; Ο όγκος αυτός υπαγορεύεται από την εσωτερική οικονομία του έργου ή από την ακκιζόμενη ματαιοδοξία του συγγραφέα, καθώς αντικρίζει τον θηριώδη αριθμό της ακροτελεύτιας σελίδας;  Μπορεί ένας συγγραφέας να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε 1000 σελίδες; Ασφαλώς, αν είναι ο Ντοστογιέφσκι ή ο Τολστόι. Πόσες όμως λογοτεχνικές ιδιοφυίες  αυτού του διαμετρήματος κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά; Είναι ακόμη και οι εγνωσμένης αξίας συγγραφείς αδιάβροχοι από τις τάσεις της αγοράς ή από τη δική τους μεγαλομανία;

Για το αναγνωστικό κοινό οι προθέσεις τους και  η συγγραφική κουζίνα είναι τυλιγμένα στην αχλύ ενός μύθου. Μια θρησκευτική αποστολή κατά την οποία ο ασκητής συγγραφέας είναι αφοσιωμένος στο έργο του αντιμέτωπος με τις ωδίνες της γραφής. Σ’ αυτό το σημείο όμως υπεισέρχονται τα διαφορετικά συγγραφικά σχέδια και οι διαφορετικές τεχνικές. Από τη μια οι μινιμαλιστές, οι  στυλίστες, με πατριάρχη τον Φλωμπέρ. Ο δύσκολος τοκετός. Η αναζήτηση της ακρίβειας, της μοναδικής σωστής λέξης –le mot juste-, που αγγίζει  τα όρια του μυστικισμού.  Γράφοντας ξανά και ξανά την ίδια σκηνή. «Αυτή η σκηνή του πανδοχείου θα μου πιάσει ίσως τρεις μήνες».


Από την άλλη τα μεγαλεπήβολα σχέδια με εμβληματική φυσιογνωμία τον Μπαλζάκ. Η συγγραφική ευκολία και  ο μεγάλος διασκελισμός. Ήταν ο εφιάλτης των τυπογράφων με τις συνεχείς αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Και μόνον η σύλληψη της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» προκαλεί ίλιγγο. Η φιλοδοξία να περιγράψει εξαντλητικά όλη την κοινωνία της εποχής του. 91 μυθιστορήματα,  30 νουβέλες, 2500 ήρωες σε 25 χρόνια.

«Τι συγγραφέας θα ήταν ο Μπαλζάκ  αν ήξερε να γράφει!» δήλωνε ο Φλωμπέρ.  Η πρώτη σκέψη μάς οδηγεί να αποδώσουμε τη ρήση του στη ζήλια. Μήπως είναι άδικη; Αν τους συγκρίνεις καταλαβαίνεις πώς ένιωθε. Η διαφορετική συγγραφική ιδιοσυγκρασία  εξηγεί την προκατάληψη. Η ακριβής λέξη, απέναντι στη βιομηχανία της γραφής. Ο ερημίτης των γραμμάτων που δεν ήθελε να βγάλει ούτε μια φωτογραφία, που αρνούνταν στους ζωγράφους να του κάνουν το πορτρέτο, απέναντι στον άνθρωπο πού ήθελε να κατακτήσει την Ευρώπη και τον κόσμο με την πένα, όπως έκανε ο Ναπολέοντας με το σπαθί του.

Και τότε, όμως, η  εμπορικότητα και η κοινωνική ζήτηση διαμόρφωναν –όπως σήμερα με τα μυθιστορήματα τούβλα- την αισθητική. Ο Μπαλζάκ ακολουθούσε και δημιουργούσε τους κανόνες της εποχής.  «Η Γεροντοκόρη» (1836) ήταν το πρώτο γαλλικό μυθιστόρημα που δημοσιεύεται σε συνέχειες.  Η λογοτεχνία σε αυτή τη μορφή υπαγορευόταν από την ανάγκη των εφημερίδων να αυξήσουν με έναν «κράχτη» τις πωλήσεις και απαιτούσε δράση, περιγραφές, καθαρά συναισθήματα. Αλλά ακόμη και οι «Χωρικοί» του κάποια στιγμή θα απορριφθούν από τον εκδότη της εφημερίδας και θα αντικατασταθούν από τη «Βασίλισσα Μαργκό» του Αλέξανδρου Δουμά. Το σύστημα –όπως πάντα-  πριμοδοτεί όποιον ακολουθεί πιστά τους κανόνες και κολακεύει το μεγάλο κοινό.

Ευτυχώς η λογοτεχνία γράφεται με πολλούς τρόπους και ο κάθε συγγραφέας επιβάλλεται ως σύνολο. Κάποιοι ακολουθούν το μονοπάτι του Φλωμπέρ, άλλοι τον δρόμο του Μπαλζάκ. Ωστόσο, κάτι μου λέει πίσω από τα περισσότερα  ογκώδη μυθιστορήματα  κάνει σινιάλο η υστεροφημία. Η αγωνία του συγγραφέα να χαράξει εφάπαξ και ακλόνητα το όνομά του στο λογοτεχνικό κανόνα. Κρύβεται η ίδια ματαιοδοξία του Μπαλζάκ, χωρίς όμως το ταλέντο που τον έκανε κλασικό.  

 «Προσωπικά μου αρέσει η ιδέα ότι μπορείς να πάρεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και να το διαβάσεις μονομιάς ή μέσα σε τρεις ώρες, σαν να παρακολουθείς μια ταινία, μια όπερα ή ένα μεγάλο θεατρικό έργο» κλείνει το συλλογισμό του ο Ίαν Μακ Γιούαν. (ΝΕΑ 7.2.15)

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Θεσσαλονίκη: Η αόρατη πόλη

Από το αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη που πραγματοποίησε το περιοδικό (δε)κατα
«Οι νεκροί αυτής της πόλης γνωρίζουν πολλά. Αλλά είναι σιωπηλοί. Γι’ αυτό οι ζωντανοί είναι τόσο προκλητικοί στις ρητορείες τους. Μια αόρατη πόλη µε το ίδιο όνοµα και άλλους θεούς υπάρχει κάτω απ’ τα χώµατα» 1.

Η Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι μια προ­νο­μιού­χος πόλη. Οι λογοτέχνες της δόθηκαν ερωτικά.  Ιχνηλάτησαν τα βήματα της Ιστορίας της, αναζήτησαν το μυστικό νόημα κάτω από το όνομά της, ζωγράφισαν με εντυπωσιακές λέξεις το πρόσωπό της, έχτισαν με χιλιάδες σελίδες τη μυθολογία της.  Η «συμβασιλεύουσα», η «συμπρωτεύουσα», η «πολυδέγμων» Θεσσαλονίκη με τη θαμπή γοητεία απόκτησε πάλι  τη βυζαντινή της λάμψη,  αντιπαραβλήθηκε περήφανα με την παλιολλαδίτικη  Αθήνα. Η πόλη εγγράφεται στα κείμενα με μια σωματική αγωνία, αποκτά τη συλλογική της ταυτότητα συνομιλώντας με την Ιστορία. Πόσο αθώα, όμως, είναι η συγγραφική διαμεσολάβηση για να μετασχηματιστεί σε πόλη της λογοτεχνίας;

«Ακόμα κι αν δεν είχε προηγηθεί ο “Οδυσσέας” του Τζόυς, ποιος Σαλονικιός συγγραφέας θα σκεφτόταν ή και θα τολμούσε  να χρησιμοποιήσει ένα Εβραίο ως πρωταγωνιστή ενός αφηγήματός του;»2 αναρωτιόταν το 1996 ο Peter Mackridge. Το ερώτημά του θέτει ευθέως την αποσιώπηση της «Άλλης» Θεσσαλονίκης από τους λογοτέχνες.

ioannouΠρέπει να αναγνωρίσουμε  γενναιόδωρα ότι   ο Γιώργος Ιωάννου με «Το κρεβάτι», «Το ξεκλήρισμα των Εβραίων» και το «Εν ταις ημέραις εκείναις…» μας έδωσε, ίσως, τα καλύτερα και γνησιότερα πεζογραφήματα για τους Εβραίους, έντονα βιωματικά και συναισθηματικά φορτισμένα.  Αλλά και ο Βασίλης Βασιλικός, ο Νίκος Μπακόλας, ο Νίκος Κοκάντζης, η Νίνα Κοκκαλίδου - Ναχμία, ο Αλμπέρτος Ναρ συμπεριέλαβαν στη μυθοπλασία τους θέματα σχετικά με τη γενοκτονία των Εβραίων. Υπάρχουν, επίσης, τα δεκαπέντε ποιήματα που περιέλαβε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στην ανθολογία του «Οι προγραμματισμένοι στο χαμό» ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν της Ζωής Καρέλλη και του Γιώργου Ιωάννου. Είναι αρκετά; «Είναι αστείο πράγμα για μια πόλη, τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων, να έχουν γραφεί δέκα υποφερτά ποιήματα και άλλα τόσα πεζά», μου απάντησε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στη συνέντευξη που του πήρα. (Αυγή 01.01.2005).

Η πρόσληψη της γενοκτονίας των Εβραίων ως περιθωριακό γεγονός δεν σχετίζεται μόνον με τη λογοτεχνία, αλλά είναι μια γενικότερη στάση3. Αφορά  τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, εκτός από το Ισραηλιτικό Βήμα, αλλά και τα δυο λογοτεχνικά περιοδικά εκείνης της εποχής τις «Μορφές» και τον «Κοχλία», με εξαίρεση τα πεζογραφήματα του Γιώργου Κιτσόπουλου, του Κάρολου Τσίζεκ και του Βασίλη Δεδούση.

Στις «Σελίδες αυτοβιογραφίας» ο Γιώργος Βαφόπουλος  αφηγείται όσα έζησε σε ένα   ταξίδι Θεσσαλονίκη – Αθήνα στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, όταν το τραίνο σταμάτησε στη Λαμία και είδε τα «τάγματα εργασίας» των Εβραίων. Περιγράφει όσα αντίκρισε ως δαντική κόλαση.  Σκελετωμένα σώματα, ζωντανά ξεφτίδια, πληγωμένα ζώα κάτω από το γερμανικό μαστίγιο. «Είχα κουρνιάσει σε μια γωνιά του βαγονιού, με κλεισμένα τα μάτια από ντροπή και οδύνη. Ένιωθα πώς ήμουν κι εγώ ένας συνένοχος στο μεγάλο εκείνο έγκλημα, γιατί δεν είχα τη δύναμη να φωνάξω για το σκότωμα τούτο της ανθρωπιάς» 4.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία

Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση την οποία διοργάνωσε η  «Τέχνη - Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία» στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, με θέμα «Ιστορία και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία» στις 06 Μαΐου 2014
Πώς αντιμετωπίζει ο μυθιστοριογράφος μια μεγάλη κρίση του καιρού του; Το ερώτημα τον τοποθετεί αργά ή γρήγορα μπροστά σε μια οφειλόμενη απάντηση. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στην πεζογραφία ολοένα και περισσότερα μυθιστορήματα τα οποία αμέσως ή εμμέσως αναφέρονται στην κρίση της ελληνικής κοινωνίας. Ήδη, ο  Βαγγέλης Χατζηβασιλείου από το Σεπτέμβρη του 2010 επεσήμανε μια αλλαγή του τοπίου και στην λογοτεχνία. Την υποχώρηση του ατομικού και την εμφάνιση μυθιστορημάτων με έντονη πολιτική και κοινωνική χροιά.  Μετά από τέσσερα χρόνια μπορούμε νομίζω να πούμε ότι η εξέλιξη της πεζογραφικής παραγωγής επιβεβαίωσε την ορθότητα αυτής της παρατήρησης. Προσωπικά θεωρώ -όπως είχα αναφέρει και στο σχετικό  αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω πριν από δυο χρόνια-  ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη καμπή, σε μια στροφή της ελληνικής λογοτεχνίας. Μπροστά στο τέλος μιας περιόδου που ξεκίνησε περίπου το 1980 και τελειώνει στις μέρες μας. Με κύρια χαρακτηριστικά την εγκατάλειψη της πολιτικής, των ιδεολογιών και των  εθνικών μύθων, τη στροφή στην ατομικότητα και τον μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Αυτό δηλ. που πιο  εύστοχα στην ποίηση αποκλήθηκε «γενιά του ιδιωτικού οράματος».


Προοδευτικά, αλλά εμφανώς από τη δεκαετία του 80, - και μιλάμε πάντα για την κυρίαρχη εικόνα προφανώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις- παρατηρούμε να καταγράφεται μια υποχώρηση της πολιτικής και κοινωνικής διάστασης της μεταπολεμικής μας  λογοτεχνίας.  «Η περιπέτεια του Κιβωτίου» είχε λήξει και με κάποια υπερβολή περάσαμε στην αντίπερα όχθη του ιδιωτικού οράματος και της ατομικής μυθολογίας. Η επιτυχία, το σεξ, η κατανάλωση, το life style, η ελαφρότητα γνωρίσματα αρκετά κοινά μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και  τεχνοκρατικής κοινωνίας, ήρθαν στο προσκήνιο από μια νέα γενιά πεζογράφων με τη μορφή της παρωδίας και του κυνισμού. Από την άποψη αυτή το 1989 –παρά τον κομβικό  χαρακτήρα που του έχει αποδοθεί από αρκετούς κριτικούς στην Ελλάδα-  κατά την άποψή μου διαδραματίζει ψυχολογικό; κυρίως ρόλο, καθώς επικυρώνει τυπικά και ληξιαρχικά αυτό πού ήταν ήδη συντελεσμένο στο πεδίο των ιδεών χωρίς εντυπωσιασμούς και πτώσεις των τειχών. Ταυτόχρονα κατά τη δεκαετία του 80 χάνονται οι βολικές βεβαιότητες και τα ερμηνευτικά σχήματα του παρελθόντος, ενώ οι ποικίλες θεωρίες του τέλους  της μετανεωτερικής σκέψης έρχονται να καλύψουν να καλύψουν την ιστορική αμηχανία.

Όμως το γεγονός ότι χρεοκόπησαν οι μεγάλοι μύθοι της Ιστορίας και της πολιτικής δεν σημαίνει ότι καταργήθηκαν ούτε η Ιστορία ούτε η πολιτική. Κι αν από τη δεκαετία του 80 η ατομικότητα έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο -και παρά τις δηλωμένες προθέσεις των συγγραφέων- η Ιστορία υπομειδιά. Η αυταπάτη ότι η λογοτεχνία είναι μια νησίδα ανεπηρέαστη από άλλες πολιτισμικές ή κοινωνικές πρακτικές και το συγγραφικό εγώ παραμένει ερμητικά κλεισμένο στον εαυτό του και  αδιάβροχο από ιδεολογίες και κοινωνικές προκαταλήψεις δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.

Τα κείμενα δεν είναι αθώα ιδεολογικών ή κοινωνικών πεποιθήσεων ακόμα και όταν υπαινίσσονται την άρνηση της πολιτικής, της ιδεολογίας, της ιστορίας. «Το ζήτημα- όπως γράφει το Τέρι Ηγκλετον - δεν είναι να συζητήσουμε αν η “λογοτεχνία” θα έπρεπε να συνδέεται με την “ιστορία” ή όχι· το ζήτημα είναι οι διαφορετικές αναγνώσεις της ίδιας της ιστορίας».

Εκείνο το οποίο, όμως,  σαφώς έχει αλλάξει είναι ο τρόπος πρόσληψης και ανάγνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Ενώ μέχρι τη δεκαετία του 70, παρά τα επιμέρους ρεύματα, έδινε τον τόνο η λογοτεχνία η οποία αναζητούσε μια «ποιητική και πολιτική ηθική» με φόντο τους εθνικούς και ιδεολογικούς μύθους,  την τριακονταετία 1980-2010 δεν εντασσόταν σε κανένα συλλογικό ορίζοντα ή σχέδιο, αλλά φιλτράρονταν μέσα  από τον καθημερινό μικρόκοσμο. Αναζητούσε την αλήθεια υπαρξιακά. Εκεί  που παλιότερα κυριαρχούσε η ιδεολογική ανάγνωση της πραγματικότητας, τώρα προκρίνονταν  η βιωματική.